8/11/11

Τεχνικός άθλος η μέτρηση της Έριδος, του μακρινού πλανήτη-νάνου



Eυρωπαίοι αστρονόμοι, με επικεφαλής τον Μπρούνο Σικαρντί του πανεπιστημίου Μαρί Κιουρί και του Αστεροσκοπείου του Παρισιού, κατάφεραν να μετρήσουν τη διάμετρο της Έριδος, χρησιμοποιώντας τα τηλεσκόπια του Ευρωπαϊκού Νοτίου Παρατηρητηρίου στη Χιλή, καθώς ο μικρός πλανήτης περνούσε μπροστά από ένα αχνό άστρο. Πρόκειται για τεχνικό άθλο, καθώς η Έρις βρισκόταν σε απόσταση από τη Γη 100 φορές μεγαλύτερη από ό,τι η Γη από τον Ήλιο και η θερμοκρασία της είναι μείον 238 βαθμοί Κελσίου.




Αν και η αινιγματική Έρις στις εσχατιές του ηλιακού μας συστήματος είναι πολύ πιο πυκνή και ακόμα πιο παγωμένη από τον Πλούτωνα, οι δύο μακρινοί νάνοι πλανήτες αποτελούν σχεδόν τέλειους διδύμους, καθώς έχουν σχεδόν το ίδιο μέγεθος, όπως δείχνουν για πρώτη φορά νέες ακριβέστερες αστρονομικές μετρήσεις.
Η Έρις είναι το πιο μακρινό ουράνιο σώμα στο ηλιακό μας σύστημα, που έχει ποτέ παρατηρηθεί με αυτή την μέθοδο. Η ανακάλυψη, που παρουσιάστηκε στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων, ανατρέπει τις αρχικές εκτιμήσεις των επιστημόνων.Όταν η Έρις (η οποία πήρε το όνομα της θεάς της φιλονικίας στην ελληνική μυθολογία) ανακαλύφθηκε το 2005, θεωρήθηκε πολύ μεγαλύτερη από τον Πλούτωνα, τον θεωρούμενο για πολλά χρόνια εξώτατο πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος, ο οποίος είχε ανακαλυφθεί το 1930. Μάλιστα, η ανακάλυψή της - και η λανθασμένη εκτίμηση για το μέγεθός της - έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο, που το 2006 η Διεθνής Αστρονομική Ένωση ''υποβάθμισε'' τον Πλούτωνα στη ''μικρή'' κατηγορία των νάνων-πλανητών (μαζί με τον μεγάλο αστεροειδή Δήμητρα και τα ουράνια σώματα Μακεμάκε και Χαουμέα), μία απόφαση που μέχρι σήμερα συναντά αντιδράσεις από αρκετούς αστρονόμους, αλλά και τον πολύ κόσμο.Η νέα ακριβέστερη μέτρηση θα βοηθήσει τους επιστήμονες να καταλάβουν καλύτερα τη σύνθεση και την εξελικτική ιστορία της Έριδος, η οποία διαθέτει μια λευκή πολύ αντανακλαστική επιφάνεια, πράγμα που σημαίνει ότι πιθανότατα είναι καλυμμένη με ένα λεπτό στρώμα παγωμένου αζώτου.



Η Έρις αντανακλά περίπου το 96% του προσπίπτοντος φωτός του Ήλιου (έναντι 60% που αντανακλά ο Πλούτων), γεγονός που την καθιστά, μαζί με τον παγωμένο δορυφόρο Εγκέλαδο του Κρόνου, ένα από τα πιο αντανακλαστικά σώματα στο ηλιακό μας σύστημα.Η Έρις και ο Πλούτων βρίσκονται στη λεγόμενη ''Ζώνη Κούιπερ'', ένα δακτύλιο παγωμένων ουρανίων σωμάτων πέρα από την τροχιά του Ποσειδώνα. Η Έριδα είναι ακόμα πιο μακριά από τον Ήλιο σε σχέση με τον ''δίδυμό'' της, με συνέπεια να χρειάζεται 556 γήινα χρόνια για να κάνει μια πλήρη ελλειπτική περιφορά γύρω από τον Ήλιο, έναντι 248 ετών που χρειάζεται ο Πλούτων.



Η Έρις, που έχει σφαιρικό σχήμα, υπολογίστηκε ότι έχει διάμετρο 2.326 χιλιόμετρα (συν/πλην 12 χλμ), ενώ ο Πλούτων, για τον οποίο οι μέχρι τώρα υπολογισμοί είναι λιγότερο ακριβείς, εκτιμάται ότι έχει διάμετρο της τάξης των 2.300 έως 2.400 χιλιομέτρων. Η θερμοκρασία στην Έριδα δεν ξεπερνά τους μείον 238 βαθμούς Κελσίου, ενώ πιστεύεται ότι διαθέτει μια αραιή και περιστασιακή ατμόσφαιρά πλούσια σε μεθάνιο, αν και οι τελευταίες παρατηρήσεις δεν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη τέτοιας ατμόσφαιρας.



Η Έρις, γύρω από την οποία υπάρχει ένας μικρός δορυφόρος, η Δυσνομία, υπολογίστηκε ότι είναι κατά 27% βαρύτερη από τον Πλούτωνα, πράγμα που σημαίνει ότι, αφού και οι δύο έχουν ίδιο μέγεθος, είναι πολύ πυκνότερη από αυτόν (περίπου 2,5 γραμμάρια ανά κυβικό εκατοστό έναντι 2 του Πλούτωνα και 5,5 της Γης). Η αυξημένη πυκνότητα σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα η Έρις είναι περισσότερο βραχώδης από τον Πλούτωνα, ο οποίος διαθέτει περισσότερο πάγο, όπως δήλωσε ένας από τους ερευνητές, ο Εμανουέλ Ζεάν του Ινστιτούτου Αστροφυσικής του πανεπιστημίου της Λιέγης στο Βέλγιο.






29/9/11

Μικροσκοπικοί ταξιδιώτες στον Αρη

Οι πρώτοι ζωντανοί οργανισμοί θα πάρουν τον δρόμο για τον πλανήτη Αρη κατά πάσαν πιθανότητα τον Νοέμβριο.
Ο Φόβος, φεγγάρι του Αρη, θα είναι το θέατρο του νέου πειράματος
Οι μετεωρίτες μεταφέρουν μορφές ζωής από πλανήτη σε πλανήτη Οι περισσότεροι είναι τόσο μικροί, που δεν είναι ορατοί με γυμνό μάτι. Γι' αυτό, εξάλλου, τους αποκαλούν «μικροναύτες». Είναι τοποθετημένοι σε μικρούς κυλίνδρους στο ρωσικό σκάφος 11 τόνων Phobos-Grunt, το οποίο θα εξερευνήσει τον Φόβο, το φεγγάρι του Αρη, και θα επιστρέψει στη Γη με δείγματα των πετρωμάτων του. Το ταξίδι αναμένεται να διαρκέσει περίπου τρία χρόνια. Η επιστροφή του προγραμματίζεται για τον Αύγουστο του 2014, όταν η μικρή κάψουλα με τα δείγματα θα προσγειωθεί στο Καζακστάν.
Η αμερικανική Πλανητική Εταιρεία (Planetary Society) έχει αναλάβει τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του πειράματος στο Phobos-Grunt. Συγκεκριμένα, οι μικροναύτες θα απομονωθούν στη μικρή συσκευή του πειράματος, LIFE (Living Interplanetary Flight Experiment). Στο διάστημα των 34 μηνών που θα διαρκέσει το ταξίδι θα φιλοξενηθούν δέκα διαφορετικές κατηγορίες οργανισμών μέσα σε τριάντα μικρούς κυλίνδρους.
Στόχος του πειράματος είναι να ελεγχθεί αν και κατά πόσο μπορούν να μεταφερθούν μικροοργανισμοί από τον έναν πλανήτη στον άλλον επιβιώνοντας στις συνθήκες του αφιλόξενου διαστήματος. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, η υπόθεση της πανσπερμίας -σύμφωνα με την οποία οι πρώτοι μικροοργανισμοί μεταφέρθηκαν στη Γη με τη βοήθεια αστεροειδών και μετεωριτών που προσέκρουσαν στην επιφάνειά της- θα αποκτήσει ισχυρότερα ερείσματα.
Προϋπόθεση γι' αυτό είναι να βρίσκονται οι μικροοργανισμοί σε ένα είδος νάρκης. Η φύση έχει μεριμνήσει εξασφαλίζοντας για κάποιους μικροοργανισμούς ένα τέτοιο είδος μακροχρόνιας νάρκης. Αφυπνίζονται όταν οι συνθήκες επιβίωσης είναι ευνοϊκές. Τέτοιοι ακριβώς οργανισμοί έχουν επιλεγεί για το πείραμα LIFE.
Δύο νέες ανακαλύψεις ενισχύουν τη θεωρία της μεταφοράς της ζωής στο διάστημα μέσω της πρόσδεσής της στους μετεωρίτες. Η πρώτη ανακάλυψη αφορά σπόρια βακτηρίων που οι επιστήμονες κατόρθωσαν να αφαιρέσουν από έντομο εγκλωβισμένο σε απολιθωμένη ρητίνη (ήλεκτρο) ηλικίας 40 εκατομμυρίων ετών. Πρόκειται για σπόρια του Bacillus sphaericus, τα οποία όταν τοποθετήθηκαν σε θρεπτικό διάλυμα ζωντάνεψαν και άρχισαν να πολλαπλασιάζονται.
Το ήλεκτρο δεν είναι βέβαια συγκρίσιμο με τους μετεωρίτες, η ανακάλυψη ωστόσο υποδεικνύει ότι σπόρια βακτηρίων μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο διάστημα, χωρίς θρεπτική ουσία, σε «κάψουλες χρόνου».
Η δεύτερη ανακάλυψη έγινε σε μετεωρίτη που έπεσε στο Σουδάν το 2008. Στις αναλύσεις βρέθηκαν δεκαεννέα διαφορετικά αμινοξέα. Τα αμινοξέα συνιστούν δομική μονάδα της ζωής, καθώς σ' αυτά στηρίζονται πρωτεΐνες και ένζυμα. Αναμφίβολα, τα συγκεκριμένα αμινοξέα προέρχονται από το διάστημα και δεν οφείλονται σε «μόλυνση» του μετεωρίτη από τη Γη.
Τα αμινοξέα από το διάστημα έχουν δεξιόστροφα και αριστερόστροφα μόρια, ενώ τα αμινοξέα της Γης έχουν αποκλειστικά αριστερόστροφα μόρια. Ο μετεωρίτης που έφτασε στη Γη διέθετε και μεταλλεύματα που σχηματίζονται σε υψηλές θερμοκρασίες. Προφανώς, προκλήθηκαν κατά τη βίαιη σύγκρουση δύο αστεροειδών στο διάστημα.
Μείζονος σημασίας για την υπόθεση της πανσπερμίας θεωρείται το γεγονός ότι τα αμινοξέα όχι μόνο επέζησαν από τη σύγκρουση, αλλά αντεπεξήλθαν και στην ισχυρή υπερθέρμανση κατά την είσοδό τους στην ατμόσφαιρα της Γης.


Η θεωρία της πανσπερμίας
Η θεωρία της πανσπερμίας υποστηρίζει πως η ίδια η φύση χρησιμοποιεί ένα είδος διαστημικού οχήματος που μεταφέρει μικροοργανισμούς στο διάστημα (π.χ. από τον Αρη στη Γη). Τα «οχήματα», σ' αυτή την περίπτωση, εικάζεται πως είναι κόκκοι πετρωμάτων που εκτοξεύονται στο διάστημα μετά την πρόσκρουση μεγάλου μετεωρίτη.
Στη Γη πέφτουν συνεχώς μετεωρίτες και «σκόνη» από το διάστημα. Οι περισσότεροι από αυτούς προέρχονται από αστεροειδείς. Κάποιοι όμως ίσως προέρχονται από γειτονικούς πλανήτες που δέχτηκαν βομβαρδισμό μετεωριτών. Αν, για παράδειγμα, στην επιφάνεια του Αρη προσκρούσει μεγάλος μετεωρίτης, τα «συντρίμμια» εκτινάσσονται στο διάστημα. Ορισμένα από αυτά είναι δυνατόν να εισέλθουν σε τροχιά γύρω από τον Ηλιο και ύστερα από ένα ταξίδι εκατομμυρίων χρόνων να καταλήξουν στη Γη.
Αν οι βράχοι αυτοί περιέχουν μικροοργανισμούς που επιβίωσαν κατά το ταξίδι -ενδέχεται να πέφτουν σε ένα είδος νάρκης- και κατορθώσουν να επιβιώσουν και μετά την πρόσκρουση στην επιφάνεια της Γης, τότε δημιουργούν ζωή। Τα δομικά στοιχεία της ζωής, όπως τη γνωρίζουμε, θα μπορούσαν λοιπόν να προέρχονται από τον Αρη ή και το αντίστροφο: μικροοργανισμοί από τη Γη θα μπορούσαν να μεταφέρουν ζωή στον Αρη ή την Αφροδίτη.

Πηγή: http://www.enet.gr/?i=news.el.episthmh-texnologia&id=312652

31/8/11

Περίπου 8.7 εκατομμύρια είδη στον πλανήτη Γη



Σύμφωνα με επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στον πλανήτη Γη ζούμε περίπου 8,7 εκατομμύρια είδη.
Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο “Journal PLoS Biology” θεωρείται η ακριβέστερη μέχρι σήμερα και μέρος της αναδημοσιεύτηκε στο BBC. Σύμφωνα με αυτή τα περισσότερα από τα ειδή δεν έχουν καταγραφεί και ταυτοποιηθεί και αν ξεκινούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο αύριο θα τελειώναμε περίπου το 3011, ενώ αρκετά από τα είδη θα έχουν εξαφανιστεί πριν καταγραφούν.
Ο αριθμός των ειδών του πλανήτη σε πολλούς μπορεί να μοιάζει κάτι εύκολα μετρήσιμο, παρόλα αυτά οι επιστήμονες χρειάστηκε να μελετήσει τις σχέσεις και την αναλογία ανάμεσα στα κλαδιά και τα παρακλάδια του “δέντρου της ζωής”, προκειμένου να καταλήξει στον συγκεκριμένο αριθμό.
“Είναι μια αξιοθαύμαστη μαρτυρία της ανθρώπινης αυταρέσκειας, το γεγονός ότι γνωρίζουμε για παράδειγμα ότι η βιβλιοθήκη του αμερικανικού Κονγκρέσου είχε την πρώτη Φεβρουαρίου 2011, 22,194,656 βιβλία αλλά να μην ξέρουμε ούτε κατά προσέγγιση πόσα είδη ζώων και φυτών υπάρχουν στον πλανήτη” δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Royal Society, λόρδος Ρόμπερτ Μέι.
Σύμφωνα με τη μελέτη από τα 8,7 εκατομμύρια είδη συγκατοίκων μας στη Γη, η πλειοψηφία είναι ζώα και ακολουθούν σε σημαντικά μικρότερους αριθμούς οι μύκητες, τα φυτά, τα πρωτόζωα και φύκια ένω εξαιρούνται της λίστας τα βακτήρια και άλλοι μικροοργανισμοί.
Aπό αυτά καταγεγραμμένα και ταξινομημένα είναι μόνο το 1,2 εκατομμύρια. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τις μαθηματικές αναλογίες ανάμεσα στα διαφορετικά φύλα, γένη και άλλες κατηγορίες του συστήματος επιστημονικής ταξινόμησης για να καταλήξουν στην συγκεκριμένη εκτίμηση, η οποία όμως όπως λένε θα μπορούσε εύκολα να πέφτει έξω κατά αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες είδη.
Όπως δήλωσε ο δόκτορ Τίντενσον της ομάδας που συγκρότησε την συγκεκριμένη μελέτη και θα ακολουθήσουν καινούργιες και πιο ακριβείς εκτιμήσεις για το σύνολο των ειδών, ειδικά καθώς αντιλαμβανόμαστε την λεπτή ισορροπία στην οποία βρισκόμαστε με τους άλλους συγκάτοικους μας στον πλανήτη. Παρόλα αυτά όπως εξηγεί ο Τίντενσονμ “όταν σκεφτόμαστε είδη μας έρχονται στο μυαλό ζώα και πουλιά, αλλά αν πάμε σε μικρότερες μορφές ζωής τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Αν σηκώσεις μια πέτρα στον πάτο του ωκεανού το 90% των ευρημάτων σου δεν θα έχει καταγραφεί ποτέ. Και στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου μπορείς εύκολα να βρίσκεις συνεχώς νέα είδη εντόμων”.







Αποκαλυπτικές έρευνες για τα προϊστορικά ταξίδια στο Αιγαίο





Με βάση νέες τεχνικές χρονολόγησης πετρωμάτων όπως o οψιδιανός, επιστήμονες -μεταξύ των οποίων και Έλληνες- ανακάλυψαν πως οι προϊστορικοί άνθρωποι μπορεί να ταξίδεψαν στο Αιγαίο πριν από 15000 χρόνια.



Ο οψιδιανός είναι ένα ηφαιστειακό πέτρωμα με υαλώδη μορφή, που εξαιτίας της σύστασης και της ανθεκτικότητας του χρησιμοποιήθηκε από τα τέλη της Ανώτερης Παλαιολιθικής περιόδου (πριν από 35000 έως 11.000 χρόνια) για την κατασκευή εργαλείων και όπλων.


«Ο οψιδιανός ήταν ένα πολύτιμο πέτρωμα που βρίσκεται μόνο στη Μήλο, με λίγα κοιτάσματα στην Αντίπαρο και στο Γυαλί (νησάκι μεταξύ Νισύρου και Κω). Από εκεί και μέσω του εμπορίου διαδόθηκε σε όλο το Αιγαίο, καθώς και στην ηπειρωτική χώρα», εξηγεί ο κ. Νικόλαος Λάσκαρης από το Πανεπιστήμιο του Αιγαίου στο διαδικτυακό περιοδικό Past Horizons. Έτσι, οι άνθρωποι πριν από την Εποχή του Χαλκού που ήθελαν να αποκτήσουν αιχμηρά εργαλεία και όπλα υποχρεώνονταν να ταξιδέψουν με πλοίο μέχρι τη Μήλο.
Ενδείξεις για ταξίδια στη Μήλο από την παλαιολιθική εποχή έχουν βρεθεί στο σπήλαιο Φράγχθι του νομού Αργολίδας, μια από τις σημαντικότερες προϊστορικές θέσεις στην Ελλάδα. Το σπήλαιο κατοικήθηκε σίγουρα από τον Homo sapiens (30000 π. Χ.), πιθανόν και από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ (40000 π. Χ.), ενώ υπάρχουν ενδείξεις συνεχούς κατοίκησης μέχρι το 3000 π.Χ., καθιστώντας το έναν από τους μακροβιότερους τόπους συνεχούς ανθρώπινης παρουσίας. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν μοναδικά ευρήματα, όπως ένας ανθρώπινος σκελετός, ηλικίας 10.000 - 8.000 ετών, πήλινα θραύσματα, ειδώλια, αγαλματίδια, χάντρες, κατεργασμένα όστρακα και οψιδιανός της παλαιολιθικής εποχής. Η τελευταία ανακάλυψη έφερε τα πάνω κάτω στην αντίληψη για τις θαλάσσιες μεταφορές, καθώς γεωχημικές έρευνες έδειξαν ότι πρόκειται για οψιδιανό που προήλθε από τη Μήλο, 80 μίλια μακριά από το σπήλαιο.
«Επρόκειτο για ναυτικούς που πέρναγαν από το ένα νησί του Αιγαίου στο άλλο, φτάνοντας μέχρι τη Μικρά Ασία και την ελληνική ενδοχώρα», αναφέρει ο κ. Λάσκαρης, ο οποίος μαζί με τους συνεργάτες του δημοσιεύουν σχετικό άρθρο στο «Journal of Archaeological Science», στο τεύχος του Σεπτεμβρίου 2011.
Ο Έλληνας επιστήμονας και οι συνεργάτες του χρησιμοποίησαν μαζί με την παραδοσιακή μέθοδο που λέγεται χρονολόγηση της υδάτωσης του οψιδιανού (obsidian hydration dating, OHD), μια νέα τεχνική, τη φασματομετρία δευτερογενούς μάζας ιόντων της διαποτισμένης επιφάνειας (secondary ion mass spectrometry of surface saturation, SIMS-SS), η οποία τους επιτρέπει να υπολογίσουν την ποσότητα του νερού που εισχωρεί στο πέτρωμα.
Με τη νέα μέθοδο, ο κ। Λάσκαρης και οι συνεργάτες του απέδειξαν ότι αντικείμενα από οψιδιανό της Μήλου κατασκευάστηκαν στην ενδοχώρα πολύ νωρίτερα από ό,τι αρχικά θεωρείτο. Με άλλα λόγια, οι προϊστορικοί άνθρωποι πραγματοποίησαν θαλάσσια ταξίδια στα νησιά -με άγνωστους μέχρι σήμερα τύπους πλοίων- από πολύ νωρίς.









26/7/11

Ένας κόσμος χαμένος για 56 εκατ. χρόνια.



Η νέα υποψήφια "Ατλαντίδα" βρέθηκε κάτω από τον Ατλαντικό ωκεανό. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από ερευνητικά κέντρα σεισμών, εταιρείες πετρελαίου καθώς και μία προηγμένη μέθοδο χαρτογράφησης μέσω ηχητικών κυμάτων, ερευνητές έκαναν μια νέα μεγάλη ανακάλυψη στον Βόρειο Ατλαντικό. Πρόκειται για μια -χαμένη εδώ και 56 εκατομμύρια χρόνια- έκταση η οποία εντοπίζεται δύο χιλιόμετρα κάτω από τον βυθό του ωκεανού, δυτικά από τα νησιά Orkney-Shetland. Δημιουργώντας μια τρισδιάστατη αναπαράσταση της έκτασης, οι επιστήμονες ανακάλυψαν πολλές κορυφές βουνών καθώς και οκτώ μεγάλους ποταμούς. «Μοιάζει με τον χάρτη μιας παραθαλάσσιας χώρας», παρατηρεί η Nicky White, ερευνήτρια του πανεπιστημίου του Cambridge και προσθέτει: «Είναι σαν ένα αρχαίο απολιθωμένο τοπίο, διατηρημένο δύο χιλιόμετρα κάτω από τον βυθό». Όσο για το αν είναι βιώσιμη περιοχή για ζωντανούς οργανισμούς, οι επιστήμονες είναι απόλυτα θετικοί. Μικροοργανισμοί και απολιθώματα βρέθηκαν σε έρευνες κάτω από το πέτρωμα της περιοχής αποδεικνύοντας πως το τοπίο αυτό ήταν κάποτε ένα θαλάσσιο οικοσύστημα.Μπορεί τίποτα να μην το αποδεικνύει ακόμα, όμως οι επιστήμονες δεν μπορούν να συγκρατηθούν από το να συνδέσουν το νέο αυτό εύρημα με τον μύθο της χαμένης Ατλαντίδας.